Ήθη και Έθιμα

Η γιορτή της Αναλήψεως !

Η γιορτή της Αναλήψεως! Σαν σήμερα και κάθε χρόνο τα έθιμα δεν ξεχνιούνται! Οι νοικοκυρές από κάθε οικογένεια στα χωριά φτιάχνουν κόλυβα, πρόσφορα ή όπως τα λένε στα χωριά κατά παράδοση «κουλούρι»,λίγο τυρί,κρασάκι και έρχονται στην εκκλησία. Χωρίς παπά πάντα βέβαια αυτό δεν τους σταμάτα!Λένε ότι η γιορτή της Αναλήψεως είναι για τους βοσκούς,γι’αυτό οι περισσότεροι βοσκοί των χωριών καταφεύγουν στα κονάκια τους στα βουνά όπου τα χρησιμοποιούν για να μένουν όταν τα ζώα τους τρέφονται εκεί ψηλά στα βουνά. Αυτοί που μένουν πίσω και συνήθως οι νοικοκυρές κρατούν το έθιμο ζωντανό εδώ και χρόνια μέχρι και σήμερα. Με δυο προσευχές και λίγο λιβάνι,συγχωρούνται τα πεθαμενάκια μας! Ύστερα με μια σειρά από μελετημένα πανάκια μοιράζονται τα διαβασμένα προσκαλώντας τους πεθαμένους μας να κοπιάσουν να φάνε και να συγχωρεθούν !

Η Τινάτσα !

Παλαιός και παραδοσιακός τρόπος για να βγει το βούτυρο είναι αυτός! Το τίναγμα του γάλακτος με το ξύλο αυτό ( σκιαδουλι στα αρβανίτικα ) έχει ως αποτέλεσμα το φρέσκο βούτυρο και το ξυνογαλο. Οι νοικοκυρές στα χωριά του Καβοντορο αφήνουν το γάλα να ξινισει περίπου μία βδομάδα και μετα το τιναζουν. Στα παλαιά τα χρόνια βέβαια η λεγόμενη τινάτσα ήταν ξύλινη. Με τον καιρό τα περισσότερα νοικοκυριά έχουν μεταλλική τινάτσα πλέον αλλά ευτυχώς δεν το ξεχνούν και συνεχίζουν έτσι παραδοσιακά!

Κάλαντα πρωτοχρονιάς

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΠΡΟΣΤΑΖΕΙ Η ΠΑΡΑΔΩΣΗ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟ ΝΤΟΡΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ ΟΜΑΔΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Ή ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΓΥΡΝΟΥΝ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΑΠΟ ΣΠΙΤΙ ΣΕ ΣΠΙΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ, ΤΡΩΓΟΝΤΑΣ, ΠΕΙΝΩΝΤΑΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΡΩΙ!

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός με το σταυρό στο χέρι όλα τα πάντα ευλόγησε με το δεξί του χέρι. Ν’ αρχιμηνιά κι αρχή χρόνια ν’ αρχή καλός μας χρόνος, Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία. Βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομιλεί. Μα η Παναγία το επαντα μέσα στο σταυροδρόμι. Βασίλη, πόθεν έρχεσαι και πούθεν κατεβαίνεις ν’ από την μάνα μου έρχομαι και στο σχολείο πηγαίνω. Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις. Μα εγώ γράμματα μάθαινα τραγούδια δεν ηξεύρω. Κι αν είσαι εσύ γραμματικός πες μας την άλφα βήτα και το ραβδί ξερό ήταν χλωρά βλαστάρια βγάζει. Κι απάνω στα βλαστάρια του πέρδικες ξεφωλιάζουν. Δεν ήσαν μόνον πέρδικες μονήν και τριγωνακια. Τρίγωνο Πέτρο τρίγωνο και αυλές μαρμαρωμένες, που κατεβαίνει η πέρδικα, πίνει και ανεβαίνει. Και βρέχει τη φτερούγα της και λούζει τον αφέντη. Βρε αφέντα φέντα αλουφέντα, πέντε φορές αφέντη. Πέντε κρατούν το μαύρο σου και έξι το χαληνό σου. Μα οι δέκα σε περικαλώ αφέντη Μ καβάληκα. Καβαλικεύεις, χαίρεσαι, πεζεύεις, καμαρώνεις. Κι απ’ την καμαροσύνη σου καράβια να αρματώνεις.Στην πρύμη σου, είν’ το μάλαμο και στην κουβέρτα ασημί. Και επάνω στην αντένα σου χίλια φλορια είναι δεμένα. Και τα σχοινιά του καραβιού σύρματα είν’ δεμένα. Ζευγά ζευγά προτού ζευγά, πρώτο μου Ζευγολατη. Χρύσα είναι τα βοιδάκια σου, χρυσό είναι και το αλέτρι. Χρυσή είναι και η φουκέντρα σου που τα βογγάς αφέντη. Το να σου βόδι δράκοντα και το άλλο σου λιοντάρι. Μαργαριτάρι έσπερνες, μάλαμο να θερίσεις, κι όπου κι αν ρίξεις το κλωνί, χίλια κιλά να κάμεις. Και με τα κοσκινίσματα σκλάβους να ξαγοράζεις. Πολλά είπαμε τα αφέντη μας του πολυχρονεμένου. Τώρα να ειπούμε για της κυράς της καλοκαρδιομένης. Κυρά λιχνή κυρά ψηλή, κυρά καμπανοφρύδα, κυρά καμπανοφράγκισσα, ρωμέικο είν το μαντήλι. Ν’ όταν ξυστείς και γιαλιστείς και βάλεις τα καλά σου. Μα οι στράτες ρόδες τρέχουνε σαν εκκλησιές καμπάνες. Σπάσαν καμπάνα και κερί σπάσαμε δυο λαμπάδες. Σπάσαμε τρεις με τέσσερις, καμπάνα με την βρύση. Κυρά μου τα παιδάκια σου τα μοσχοσουθρεμμένα. Μα η Παναγιά που στα δωσε Θεός να στα χαρίσει. Να τα παντρέψεις με καλό και με ταπεινοσύνη. Βραλού ζεστά και αχτένιστα και στο σχολειό τα στέλνεις. Μα εκεί στα δέρνει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργίτσα. Τα δέρνει και η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσχους. Παιδιά μου πούν τα γράμματα παιδιά μου που ‘ναι ο νους σας. Τα γράμματα ναι στο χαρτί και ο νους μας στις κοπέλες περά περά κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες, που κοσκινίζουν τα φλουριά και διαμοιράζουν τα άστρα. Οσ’ αστεράκια έχει ο ουρανός λουλούδια στο ακρωτήρι, τόσα καλά να στείλει ο Θεός στο σπιτονοικοκύρη. Μα εδώ που τραγουδήσαμε, πέτρα να μην ραήσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Βρα σήκω πάνω αφέντη μου και άνοιξε το πουγκί σου και άνοιξε το πουγκάκι σου το αργυροκλειδωμένο. Κι αν έχεις γρόσια φάε και πιές, φλουριά μην τα λυπάσαι. Φέρε πανέρια κάστανα, πανέρια λευτοκάρια, φέρε και το γλυκό κρασί κεραστα παλικάρια . Κέραστα αφέντη μ κέραστα ν’ είπουνε και του χρόνου. Του χρόνου και του αντίχρονου σαν τούτες τις ημέρες, ν’ είστε καλά να χαίρεστε με μόσχους και κανέλες

Και του χρόνου χρόνια πολλά.